ΑΡΘΡΑ Η Νάουσα και το κρασί της

Η ΝΑΟΥΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΗΣ

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΒΕΡΜΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟΥΣ ΕΞΩΣΤΕΣ ΤΟΥ, ΑΠΛΩΣΑΝΕ ΤΟΥΣ ΜΑΧΑΛΑΔΕΣ ΤΟΥΣ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΣΣΕΣ ΚΥΡΑΔΕΣ, Η ΕΔΕΣΣΑ, Η ΝΑΟΥΣΑ ΚΑΙ Η ΒΕΡΟΙΑ.
Η Νάουσα και το κρασί της


Κάτω από την σκιά του Βερμίου και πάνω σε τρεις από τους πιο όμορφους εξώστες του, απλώσανε τους μαχαλάδες τους οι τρεις Μακεδόνισσες κυράδες, η Έδεσσα, η Νάουσα και ή Βέροια. Κι από κει, αγναντεύουνε την Σαλονίκη που βρίσκεται στην άκρη ενός απέραντου κάμπου. Πίνοντας το κρασί τους νωχελικά, αγναντεύουνε πως αχνοφαίνονται τα φώτα της τρεμοπαίζοντας τις ξάστερες βραδιές.

Για να πας στην Σαλονίκη ειν’ ο κάμπος Θάλασσα

Κόρη μ’ για να σ’ ανταμώσω νύχτα τον περπάτησα

Πίνοντας το κρασί τους περνάν τις πίκρες τους και τις χαρές τους. Την μια μέρα με αυτό συνοδεύουν τα γλέντια τους, τους γάμους, τα γεννητούρια και τα πανηγύρια τους, και την άλλη με αυτό παρηγοριούνται ξεπροβοδίζοντας τα αγαπημένα τους πρόσωπα στο στερνό τους ταξίδι. Η Έδεσσα το κάνει ταπεινά, ήρεμα και με περίσσια χάρη. Η Βέροια αγέρωχα, αριστοκρατικά και με την έπαρση της παλιάς αρχόντισσας. Και μόνο η Νάουσα το χαίρεται ανέμελα, φωναχτά κι ανοιχτόκαρδα. Το τιμάει όλες τις μέρες του χρόνου και σε κάθε περίσταση, γιατί είναι γέννημα θρέμμα δικό της, είναι αίμα της, βγαίνει από τα σωθικά της δικιάς γης. Το τιμάει με σύνεση, με μέτρο, κιμπάρικα, δίχως να παρεκτρέπεται. Δεν γίνονται σ’ αυτήν πόλη γεννητούρια και βαφτίσια δίχως να ρεύσει άφθονο κρασί. Δεν γίνεται γάμος δίχως να κοκκινίσουν τα ποτήρια και τα τραπεζομάντιλα απ’ το δικό του χρώμα, δίχως να φωνάξουν οι γυναίκες του σπιτιού «Δεν πειράζει μάνα μου δα το πλένουμε, γούρι, γούρι». Ακόμα και «καναν καιρόν» στις απόκριες, στο «γιούργια» του καρναβαλιού, του άδολου, δίχως τουρίστες, επισκέπτες και διθενιές, άκουγες τον κορυφαίο μπαρμπα Ντώνη τον Πιλτέκα να φωνάζει στους άντρες που απαρτίζαν το μπουλούκι του: «Ε αρά ζαγάρια, φτάνει, ρακί ρακί σκρούμο τον φκιάσατε τον γκαργκαλιάνο, δα ζουρλαθείτε, βάντε το κουνέτο στην τσέπα και πχιέτε κανα κρασί να λαγαρίσει το χαζομένο».

Πριν ακόμα φτάσουν οι Γιανίτσαροι με την Μπούλα στην πόρτα τους, ή Βλάχα και μεγαλοκυρά θεια Λυμπιάδα του Ντώνη του Τσαμπάζη πρόσταζε τις κόρες και τις νύφες: «Αγλήγορα, τους δίσκους με τα κρασιά και κατεβάτε, έφτασαν». Ήξερε εκείνη, καλό το ρακί αλλά το κρασί καλύτερο, «το πίνεις και δεν σε πίνει» έλεγε. Κι όταν οι ζουρνάδες αρχίνιζαν να λαλούν, οι Γιανίτσαροι να τινάζουν τα ασημικά τους και η Μπούλα να προσκυνάει σκύβοντας το κεφάλι, τότε η θεια Τζαμπάζαινα, ντυμένη στα μακριά μαύρα φουστάνια της, έβγαινε αρχόντισσα στο μπαλκόνι να τους καλωσορίσει κι αυτή με την σειρά της, νεύοντας με το χέρι στον ρυθμό του μουσταμπέϊκου.

Όλοι τους σ’ αυτήν πόλη ξέρουν καλά το κρασί. Άντρες γυναίκες.Και «καναν καιρόν» το ξέραν ακόμα καλύτερα. Ποιος είχε τη γνώση και τα κότσια να αμφισβητήσει την γνώμη της θεια Μήτσας του Μπάμπαλα όταν αποφαίνονταν: «Μπά γιε μου, το κρασί σα να ξύδιασιν, δεν είναι για πχιώμα».

Γιαυτήν, μοναδική έγνοια της πεθεράς έπρεπε να είναι «το τι πχιοτί δα κερνούσεν». «Πως μαρή Θιάμα να σε γένει δα φκιάσετε τον γάμο, εσείς γιέ μου ούτε ένα κουνέτο κρασί δεν έχετε στο κατώι».

Αμάν κι αμάν να φτάσουν τα μπουλούκια στ’ Αλώνια μαχαλά, στου Τασιώνα το σπίτι, εκεί γίνονταν το αντάμωμα, εκεί οι πολλοί χοροί, εκεί και το μπρούσκο κρασί έπρεπε να είναι καλά διαλεγμένο. Κι αυτό ο Τασιώνας ήξερε να το κάνει καλύτερα από όλους.

Το κάθε σπίτι είχε το δικό του απόθεμα στο κατώι. Μαύρο, ξυνόμαυρο, εβοδιαστό. Και κείνες οι ρόγες των σταφυλιών απ’ τα παλιά τα’ αμπέλια μικρές, τόσες δα, δεν τις έπιανε το μάτι σου. Αλλά ο χυμός τους πυκνός, σου κοκκίνιζε την γλώσσα. Χυμός θαματουργός, μεταλαβιά.

Είναι παράξενο, αλλά τα παλιά και δύσκολα εκείνα χρόνια με αυτό το ίδιο το κρασί γιατροπορεύονταν. Αυτό το ξυνόστυφο, δυνατό πχιοτό εκείνες τις ώρες γινότανε γιατρικό, «ιλιάτσι». Το πίστευαν με την ψυχή τους και εκείνο έκανε το θάμα του. «Σε πονάει η κοιλιά σου? Καν τίποτας άλλο, βράσε λίγο κρασί στον τζιζβέ και πχιέ το. Δα γιάνεις». Ακόμα και για αντισηπτικό στα λαβωμένα γόνατα των αγοριών, τα σακατεμένα κάθε τρεις και δύο πάνω στα παλιά καλντερίμια της πόλης. Κάθε φορά ίδιες οι φωνές της μάνας, ίδια και η συνταγή: «Σύρε πλύντο με λίγο κρασί και κουριμός, φεύγα τζιμουντουμένο».

Ψηλά στον Μαχαλά του Αγιουδημήτρη, απ’ τα ξημερώματα η θεια Λένκω η Τζιώτζαινα του Γιαννούλη ξυπνούσε τα μικρά της αγόρια μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι σαν τον παπά με την μεταλαβιά, και βουτώντας εκεί μέσα μικρές μπουκιές ζυμωτό ψωμί τους έβαζε από μία στο στόμα κι έπρεπε, έστω και με το στανιό, να την καταπιούνε. Παράπονο κι απορία ο Τέγος, «γιατί μωρ’ μάνα»? Και η απάντηση ακατάληπτη, γιομάτη μυστήριο: «καθαρνάει τον γκαργκαλιάνο, φοβερίζει την αρρώστια και την κάνει πέρα».

Τόχαν ακόμα και για προσφάι. Στις βδομαδιάτικες νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής αλλά και στις δύο σαραντάμερες της χρονιάς, η θεια Βασιλική του Καμπίτη ξεγελούσε την πείνα της με το ίδιο «κανακαιρίσιο» προσφάι που ήξερε απ’ την μάνα της. Καθισμένη στο χαμηλό σκαμνί με το υφαντό μαξιλαράκι βαστούσε στην ποδιά της ένα πιάτο με νερωμένο κρασί και λίγη ζάχαρη, κι εκεί μέσα βουτούσε το ψωμάκι της. Έτρωγε και τελείωνε πάντα με την καλή κουβέντα, «Σπολάετη, χορτάσαμε και σήμερα, μπίτισεν η μέρα». Αρχόντισσα, κιμπάρισσα γυναίκα, καν καμιά στα Αλώνια σαν κι αυτήνα. Από κοντά ο Θεολόγης την απόπαιρνε την έρμη, «Ε αρά μάνα, καν τίποτας δεν έφαγες, τι τόσο νηστεία; Τάχα μ’ τι ξούγκια έχεις να κάψεις;»

Στο απέναντι σπίτι, άλλη αρχοντοκυρά, η θεια Ελένη απ’ το σόι του Κασάπη παντρεμένη στον Τσιόγκα, νουθετούσε τις νεότερες στο κατώφλι της πόρτας. « Τήρα εδώ μαρή τι σε λέγω, οι αποθαμένοι δεν δαγκώνουν, καναν καιρό τους έπλενάμε ολόκληρους με κρασί, τώρα επειδή ξέρω ότι βαργέστε, σταυρώστε τους μπάρεμ με λίγο κρασί στα χέρια στα πόδια και στο μέτωπο, τρία σταυρώματα στο σάβανο κι άιντε ώρα καλή, μην το αφήνετε το αντέτι, είναι αμαρτία γιατί». Και την άκουσαν, το κράτησαν το παλιό το έθιμο που οι γριές το λέγανε αντέτι. Ακόμα και στις μέρες μας με το ίδιο ξυνόμαυρο κρασί σταυρώνουν τους αγαπημένους τους πριν τους ξεκινήσουν για τον «άλλον, τον κάτω κόσμο».

Τα σαράντα της Λένκας της Γιαννούλαινας, έπεφταν πάνω στις αποκριές. Πρόλαβε και την πήρε ο Αγιομιχαλάκης πριν πατήσει τα ενενήντα. Εκεί που έπιναν τάχα στεναχωρημένοι όλοι τον καφέ και το κονιάκι της παρηγοριάς στο καφενείο της πλαταίας, ακούστηκαν νταούλια. Ξεχάσαν και την Λέγκω και την μακαριά και τάχα βγήκαν έξω να πάρουν αέρα. «Άιντε, μεγάλη ήταν, τα έζησε τα χρόνια της». Και τότες, λες και τόκανε μάξους η σχωρεμένη. Από πάνω από την δημοσιά κατέβαιναν μπουλούκι τα κορίτσια του συλλόγου χορεύοντας την πατινάδα, όλα ντυμένα με την φορεσιά της. Λες και τα έστειλε η ίδια, λες και ήταν κι αυτή μες το μπουλούκι. Ε ναι, ήταν συγκινητικό, και κάποιες άρχισαν να σιγοκλαίνε. Τους τόκοψε όμως η Χρυσούλα του Ζήκα, ξαδέρφη, γειτόνισσα και φιλενάδα, μια ζωή μαζί. «Αϊ φτάνει τώρα, αφήστε τους καφέδες και τα κονιάκια και βγάλτε κανα κρασί να πχιούμε, περνάει ή Λένκα με τα κορίτσια γιατί». Τέτοιο κουράγιο η γριά, για τέτοιες γυναίκες μιλάμε.

Φαντάσου τες όλες αυτές τις παλιές σεβάσμιες δέσποινες, ντυμένες στα μαύρα μακριά τους φουστάνια, με τις άσπρες μπούζι τραχηλιές να στράφτουν  στον κόρφο τους, και τα χιονισμένα τους μαλλιά δεμένα σφιχτά μέσα στα μεταξωτά μαντήλια. Φαντάσου τες παρηγορήτρες με ένα ποτηράκι κρασί στο χέρι να αναρωτιούνται απορημένες, «μαρή γιε μου, που τους χώρεσεν αυτή η έρμη η γης τόσους νοματαίους, χορτασμό δεν έχει; Δεν χόρτασεν ακόμα;

 

Χρήστος Μπρούφας

Ανηψιός απ’ αδερφό της Λέγκως του Τζιώτζια του Γιαννούλη, θειος της Μαρίνας του Τζιαμπάζη του Ρακά.